Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

βέβηλο

  1. βέβηλος, στην αιτιατική του ενικού
  2. ουδέτερο του βέβηλος, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του ενικού