Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

βάλσαμα ουδέτερο

  1. βάλσαμο, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού