Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αυλικά < αυλικός +

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

αυλικά

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

αυλικά