Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

απαμινώνω < από + αμίνη + -ώνω

  ΡήμαΕπεξεργασία

απαμινώνω

  1. (χημεία), (βιοχημεία): επιχειρώ απαμίνωση, αφαιρώντας μία αμινική ομάδα από μόριο αμινοένωσης, είτε με οξείδωση, είτε με υδρόλυση
  2. αποικοδομώ αμινοξύ

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία