Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

ανυποψίαστο

  1. ανυποψίαστος, στην αιτιατική του ενικού
  2. ουδέτερο του ανυποψίαστος, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του ενικού