Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αμόρε < μεσαιωνική ελληνική αμόρε (αγάπη) < ιταλική amore < λατινική amor < amo < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *am-a- (μητέρα)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αμόρε ουδέτερο άκλιτο

  1. (παρωχημένο) αγάπη
  2. (λαϊκότροπο) εραστής

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία