Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

αλευραποθήκες θηλυκό

  1. αλευραποθήκη, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού