Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αλαλούμ < αρμενική աղալ (αλέθω· τοπική ενικού: աղալում: ałalum)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αλαλούμ ουδέτερο άκλιτο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία