Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

αγαπητικιές θηλυκό

  1. αγαπητικιά, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού