Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

άσπρων

  1. άσπρος, στη γενική του πληθυντικού
  2. άσπρη, στη γενική του πληθυντικού
  3. άσπρο, στη γενική του πληθυντικού