Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

άθρεφτο

  1. άθρεφτος, στην αιτιατική του ενικού
  2. ουδέτερο του άθρεφτος, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του ενικού