Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

άγραφος νόμος < → δείτε τις λέξεις άγραφος και νόμος

  Πολυλεκτικός όροςΕπεξεργασία

άγραφος νόμος αρσενικό

  1. (νομική): κανόνας, ή σύνολο κανόνων δικαίου, που διαμορφώθηκε μετά από αδιάκοπη, μακροχρόνια και ομοιόμορφη εφαρμογή και επιβλήθηκε κατ΄ αποδοχή από ένα λαό ή μέρους κοινωνίας, ή επαγγελματικού χώρου, με την συνείδηση της δέσμευσης, χωρίς να τίθεται υποχρεωτικά από την Πολιτεία.
  2. στη νομική γλώσσα καλείται έθιμο και το εξ αυτού δίκαιο εθιμικό δίκαιο

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία