Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

άβαφο

  1. άβαφος, στην αιτιατική του ενικού
  2. ουδέτερο του άβαφος, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του ενικού