Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Φαραώ < από την αιγυπτιακή λέξη Περ-αα (μεγάλος οίκος, παλάτι και βασιλιάς)

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Φαραώ αρσενικό

  1. τίτλος των βασιλιάδων της Αιγύπτου μέχρι την κατάκτησή της από τους Πέρσες -έγινε διεθνής μέσω της Αγίας Γραφής
  2. (πιθανόν) βασιλιάς της Αιγύπτου (κατά τον Ιώσηπο υπήρξε ένας βασιλιάς με το όνομα Φαραώ ή Φαραών και από το όνομα εκείνου πήραν τον τίτλο τους οι μεταγενέστεροι βασιλιάδες της χώρας)

  ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • οι δέκα πληγές του Φαραώ : για πολλαπλές και μεγάλες δυστυχίες

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία