Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Παναγιότατος < υπερθετικός βαθμός του πανάγιος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

Παναγιότατος αρσενικό μόνο στον ενικό, (καθαρεύουσα) Παναγιώτατος

  1. (θρησκεία) προσφώνηση του Οικουμενικού Πατριάρχη και κατ΄ εξαίρεση του Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης εντός των ορίων της Μητρόπολης

  ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  • στο οικουμενικό πατριαρχείο και τα πατριαρχεία καθώς και στις μοναστικές πολιτείες και ιερές μονές ακολουθείται η καθαρεύουσα, καθώς επίσης και στη φήμη του Οικ, πατριάρχη όπου και γράφεται Παναγιώτατος.

  Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

  Δείτε επίσης Επεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία