Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ΟΑΣΠ < Οργανισμός Αντισεισμικού Σχεδιασμού (και) Προστασίας

  ΣυντομομορφήΕπεξεργασία

Ο.Α.Σ.Π. αρσενικό άκλιτο αρκτικόλεξο