Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Μστισλάβ < μεταγραφή για τη ρωσική Мстислав < мстить (εκδικούμαι) + слава (δόξα)

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Μστισλάβ αρσενικό, άκλιτο

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία