Ετυμολογία

επεξεργασία
époque < λατινική epocha

  Προφορά

επεξεργασία
ΔΦΑ : /e.pɔk/
 

  Ουσιαστικό

επεξεργασία
      ενικός         πληθυντικός  
époque époques

époque (fr) θηλυκό

Δείτε επίσης

επεξεργασία