Ισπανικά (es)Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
época épocas

época (es) θηλυκό

  1. η εποχή, ο χρόνος
    épocas pasadas - περασμένες εποχές

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία