Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό zoulou zoulous
θηλυκό zouloue zouloues

zoulou (fr)

  1. ζουλού

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

zoulou (fr) αρσενικό άκλιτο

  1. η γλώσσα ζουλού