Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

works (en)

  Ρηματικός τύποςΕπεξεργασία

works (en)

  • γ' ενικό πρόσωπο ενεστώτα του του ρήματος work