Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό vivrier vivriers
θηλυκό vivrière vivrières

vivrier (fr)

  1. που προορίζεται για τη διατροφή