Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό virginal virginaux
θηλυκό virginale virginales

virginal (fr)

  1. παρθενικός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
virginal virginals

virginal (fr) αρσενικό

  1. (μουσική) τετραγωνικό μουσικό όργανο με πλήκτρα και χορδές που τραβάει ένα μικρό εξάρτημα σε μορφή μικρού αγκαθιού