Ισπανικά (es) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
vela velas

vela (es) θηλυκό

  1. το κερί
  2. το πανί πλοίου

Ιταλικά (it) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

vela (it) θηλυκό, πληθυντικός vele