Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

vaisseau 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
vaisseau vaisseaux

vaisseau (fr) αρσενικό

  1. το αγγείο
    vaisseau sanguin - αιμοφόρο αγγείο
  2. το σκάφος
    vaisseau spatial - διαστημόπλοιο