ενικός         πληθυντικός  
trèfle trèfles

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

trèfle (fr) αρσενικό

  1. (φυτό) το τριφύλλι
  2. (χαρτοπαίγνιο) το σπαθί (στην τράπουλα)