Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
tournant tournants

tournant (fr) αρσενικό

  1. η καμπή, η στροφή
    il se trouve à un tournant de sa carrière - βρίσκεται σε μια καμπή της σταδιοδρομίας του