Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
tourment tourments

tourment (fr) αρσενικό

  1. το βάσανο, η ταλαιπωρία, το μαρτύριο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία