Γαλλικά (fr)Επεξεργασία

  Ουσιαστικό 1Επεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
teigne teignes

teigne (fr) θηλυκό

  1. (ιατρική) η κασίδα

  Ουσιαστικό 2Επεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
teigne teignes

teigne (fr) θηλυκό

  1. (εντομολογία) είδος λεπιδόπτερων