Άνοιγμα κυρίου μενού

Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

taximan < taxi + -man

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

taximan (fr) αρσενικό (πληθυντικός taximen, taximans)

  1. (σε διάφορες περιοχές) οδηγός ταξί

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία