Arrows blue.png Δείτε επίσης: Taxi, taxi-

Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

taxi (en)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία



Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

taxi < taximètre

  ΠροφοράΕπεξεργασία

taxi 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
taxi taxis

taxi (fr) αρσενικό

  • ταξί
    le conducteur du taxi - ο ταξιτζής

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Ομώνυμα / ΟμόηχαΕπεξεργασία



Ισλανδικά (is) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

taxi (is) αρσενικό



Ισπανικά (es) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

taxi (es) αρσενικό

ΣύνθεταΕπεξεργασία



Ιταλικά (it) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

taxi (it)



Νορβηγικά (no) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

taxi (no)

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία



Ολλανδικά (nl) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

taxi 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

taxi (nl)



Ουγγρικά (hu) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

taxi (hu)



Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

taxi (pl)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία



Πορτογαλικά (pt) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
taxi taxis

taxi (pt) αρσενικό

  1. το ταξί

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • de taxi - (πηγαίνοντας, κυκλοφορώντας) με το ταξί



Σουηδικά (sv) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

taxi (sv) κοινό