Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  Ρηματικός τύποςΕπεξεργασία

swapping (en)

  • μετοχή ενεστώτα του ρήματος swap

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

swapping (en)

  1. ανταλλαγή
  2. εναλλαγή
  3. (πληροφορική, προγραμματισμός) βλ. swap