Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

surpris (fr) αρσενικό, surprise θηλυκό.

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

surprendre, surprenant, surprise