Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
subreptice subreptices

subreptice (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. (νομική) που αποκτάται με ψευδή δήλωση
  2. δόλιος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία