Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

spook (en)

  1. φάντασμα, στοιχειό
  2. κατάσκοπος

  ΡήμαΕπεξεργασία

spook (en)

  1. φοβίζω, τρομάζω
  2. (συνήθως για ζώα) κινούμαι ξανφικά (και συχνά βίαια) από φόβο



Ολλανδικά (nl) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

spook 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

spook (nl)