Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

specialist (en)

  1. ειδικός, σπεσιαλίστας, εμπειρογνώμων
  2. ειδικευμένος γιατρός, ειδικός γιατρός



Ρουμανικά (ro) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

specialist (ro) αρσενικό

  1. ειδικός