Γαλλικά (fr)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

se consumer < consumer

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /sə·kɔ̃.sy.me/

  ΡήμαΕπεξεργασία

se consumer (fr)

  1. (réfléchi) εξαντλούμαι
     συνώνυμα: dépérir, s'épuiser
  2. (pronominal με παθητική έννοια) καίγομαι

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία