Τουρκικά (tr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

rusalka < (άμεσο δάνειο) ρωσική русалка (rusalka)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɾusɑɫˈkɑ/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ru‐sal‐ka

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

rusalka (tr)

ΚλίσηΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία