Αγγλικά (en)Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

rhyme (en)

  1. στίχος, ποίηση
  2. ομοιοκαταληξία, ρίμα
  3. λέξη που ομοιοκαταληκτεί με μια άλλη

  ΡήμαΕπεξεργασία

rhyme (en)

  1. ομοιοκαταληκτώ, ριμάρω
  2. σχηματίζω ομοιοκαταληξίες