Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
ressemblance ressemblances

ressemblance (fr) θηλυκό

  1. η ομοιότητα, το να μοιάζει κάτι με κάτι άλλο, ο παραλληλισμός