Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

renard < μεσαιωνικός κύκλος ιστοριών του Renart < λατινικά Renartus < φραγκικά Reginhart

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ʁə.naʁ/
ήχος  (un renard: μια αλεπού)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό renard renards
θηλυκό renarde renardes
 
Renard.

renard (fr) αρσενικό

  ΠηγέςΕπεξεργασία