Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

raft (en)

  1. ξύλινη σχεδία
  2. φουσκωτό σκάφος με επίπεδη βάση
  3. πλήθος, σωρός από πράγματα ή αντικείμενα

  ΡήμαΕπεξεργασία

raft (en)

  1. μεταφέρω κάτι με σχεδία
  2. μετακινούμαι, διασχίζω ή κατέρχομαι (ποτάμι κ.λπ.) με σχεδία
  3. κατασκευάζω σχεδία από κορμούς δέντρων ή ξύλα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία