Δείτε επίσης: Racine

Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

racine < από το κάτω λατινικό radicina < radix (γενική radicis) < αρχαία ελληνική ῥίζα

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ʁa.sin/
racine 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

racine (fr) θηλυκό (πληθυντικός: racines)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία