Προφορά

επεξεργασία
 

  Ουσιαστικό

επεξεργασία
      ενικός         πληθυντικός  
réflexion réflexions

réflexion (fr) θηλυκό

  1. η σκέψη, η περισυλλογή
  2. ο αντικατοπτρισμός