Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

prosto < prosty

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈprɔstɔ/
prosto 

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

prosto (pl)

  1. ευθεία, ίσια
    idź cały czas prosto i na trzecim skrzyżowaniu skręć w prawo - πήγαινε όλο ευθεία και στην τρίτη διασταύρωση στρίψε δεξιά
  2. απλά
    Συνώνυμα
    po prostu

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία