Ιταλικά (it) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
porta porte

porta (it)

  1. η πόρτα
  2. στον αθλητισμός το τέρμα


Πορτογαλικά (pt) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

porta (pt)