Ετυμολογία

επεξεργασία
pendable < pendavle < pendre

  Προφορά

επεξεργασία
ΔΦΑ : /pɑ̃.dabl/

  Επίθετο

επεξεργασία
      ενικός         πληθυντικός  
pendable pendables

pendable (fr) αρσενικό ή θηλυκό