Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /pa.te.tik/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
pathétique pathétiques

pathétique (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. παθητικός