Άνοιγμα κυρίου μενού

Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

parti 

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

parti (fr)

  1. (εραλδική) μοιρασμένο σε δύο
      συνώνυμα: (παρωχημένο) partite

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

parti (fr)

  1. κόμμα
    parti politique - πολιτικό κόμμα
  2. το μέρος
    il a pris son parti - πήρε το μέρος του

  ΜετοχήΕπεξεργασία

parti (fr)