Ουσιαστικό

επεξεργασία

nocturne (en)

  1. πίνακας ζωγραφικής που απεικονίζει νυχτερινή σκηνή
  2. σύνθεση για πιάνο για τις νυχτερινές ώρες

  Προφορά

επεξεργασία
ΔΦΑ : /nɔk.tyʁn/

  Επίθετο

επεξεργασία
      ενικός         πληθυντικός  
nocturne nocturnes

nocturne (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. νυχτερινός
  2. νυχτόβιος